Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

«Συζητώντας με μία εκπαιδεύτρια ενηλίκων για το ρόλο των εκπαιδευτών και τη σχέση τους με τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας»

Εισαγωγή
Στην παρούσα εργασία επιχειρείται η περιγραφή σημαντικών ζητημάτων της Εκπαίδευσης Ενηλίκων με τη βοήθεια ενός εν ενεργεία εκπαιδευτή.
Λαμβάνοντας υπόψη μία συζήτηση ανάμεσα στο γράφοντα και μία εκπαιδεύτρια επιδιώκεται αρχικά η σκιαγράφηση του ρόλου των εκπαιδευτών, με ιδιαίτερη έμφαση στα χαρακτηριστικά και τις δεξιότητες που επισημαίνουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτές. Στη συνέχεια γίνεται λόγος για την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά εργασίας και ποια είναι η θέση του δικού της διδακτικού αντικειμένου. Τέλος η εκπαιδεύτρια εκτιμά τι συμβαίνει αλλά και τι πρόκειται να συμβεί τα επόμενα χρόνια αναφορικά με τους εργαζόμενους και τις απαιτούμενες για εκείνους δεξιότητες κυρίως σε ό, τι αφορά τις επαγγελματικές τους προοπτικές.

1. Κρίσεις μίας εκπαιδεύτριας για τον ιδανικό εκπαιδευτή
Σχετικά με το ρόλο του εκπαιδευτή οι απαντήσεις της εκπαιδεύτριας περιστράφηκαν γύρω από δύο καίρια ζητήματα:
• την επάρκεια των πανεπιστημιακών τίτλων σπουδών και
• τις επιμέρους δεξιότητες που απαιτούν τα προγράμματα εκπαίδευσης για ενηλίκους.
Σύμφωνα λοιπόν, με τη συνεντευξιαζόμενη η απόκτηση ανώτερων τίτλων σπουδών συμβάλλει στην κατοχύρωση ενός ατόμου ως επιστήμονα. Ωστόσο από την αρχή της συνομιλίας, η εκπαιδεύτρια διαπιστώνει ότι ένας εκπαιδευτής ενηλίκων δεν θεωρείται αποτελεσματικός ή ιδανικός, όταν απλά διδάσκει επαρκώς ένα οποιοδήποτε αντικείμενο.
Στο σημείο 14 επισημαίνεται ότι ο εκπαιδευτής πρέπει να συμπεριφέρεται κι ο ίδιος ως εκπαιδευόμενος και να προσεγγίσει με τέτοιο τρόπο την ομάδα του, αποδίδοντας στον εκπαιδευτή ανθρώπινες διαστάσεις. Καθένας που γίνεται ουσιαστικός φορέας μετάδοσης της κουλτούρας του, μπορεί να χαρακτηριστεί κι εκπαιδευτής ενηλίκων (Jarvis, 2003:231). Αυτή προσέγγιση του όρου εκπαιδευτής ενηλίκων δεν είναι αποδεκτή από όλους τους ερευνητές. Για παράδειγμα η Courau (2000:145) θεωρεί ότι εκπαιδευτής είναι εκείνος που σχεδιάζει προσωπικά εκπαιδευτικές συνεδρίες, καθορίζει τη στρατηγική της εκπαιδευτικής διεργασίας, επεξεργάζεται εκπαιδευτικές δραστηριότητες κι εργαλεία και προσδιορίζει τους εκπαιδευτικούς στόχους.
Από το σημείο 18 ως και το σημείο 22 η συνεντευξιαζόμενη επιχειρεί να αναλύσει το ρόλο των τυπικών προσόντων στην επαγγελματική ταυτότητα ενός εκπαιδευτή. Χαρακτηριστικά αναφέρει ότι στα πλαίσια των πανεπιστημιακών σπουδών οι εν δυνάμει εκπαιδευτές δεν ενημερώνονται τόσο για τα διοικητικά τους καθήκοντα όσο και για τα ζητήματα ή εμπόδια που πρόκειται ν’ αντιμετωπίσουν.
Κατά συνέπεια το πεδίο της εργασίας τους δεν είναι οριοθετημένο με σαφήνεια, γεγονός, που κατά την εκπαιδεύτρια, δημιουργεί προβλήματα στο έργο του εκπαιδευτή (σημείο 20). Παρόλα αυτά δεν αρνείται τη σπουδαιότητα των τυπικών προσόντων, καθώς φαίνεται ότι ο άρτιος συνδυασμός τυπικών κι ουσιαστικών προσόντων, οι απαραίτητες παιδαγωγικές γνώσεις και δεξιότητες καθιστούν ικανό έναν εκπαιδευτή ν’ ανταποκριθεί στα καθήκοντά του και να οδηγήσει την ομάδα στους επιδιωκόμενους στόχους (Γεωργιακώδης, 2005:31).
Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στα επιμέρους χαρακτηριστικά και τις δεξιότητες που απαιτούνται από έναν εκπαιδευτή ενηλίκων. Παρατηρήθηκε ότι η εκπαιδεύτρια γνώριζε αρκετές από τις πτυχές που σύμφωνα με τη βιβλιογραφία θεωρούνται απαραίτητες για την αποτελεσματικότητα ενός εκπαιδευτή. Ανάμεσα σε άλλα η συνεντευξιαζόμενη αναφέρθηκε στις παρακάτω παραμέτρους, ο εκπαιδευτής ενηλίκων:
• Λειτουργεί ως διευκολυντής ανάμεσα στον εκπαιδευόμενο και τη μαθησιακή διεργασία (σημείο 26).
• Προσαρμόζει την εκπαιδευτική του φιλοσοφία ανάλογα με τις ανάγκες, τα ενδιαφέροντα και τις προσδοκίες των εκπαιδευομένων (σημείο 26).
• Επεμβαίνει στο εκπαιδευτικό υλικό κυρίως, όταν αντιλαμβάνεται ότι αυτό δεν συμβαδίζει με τις ανάγκες των εκπαιδευομένων (σημείο 28).
• Αφιερώνει χρόνο και παρατηρεί τις κινήσεις και τις αντιδράσεις τους ώστε να αντιληφθεί καλύτερα τι αναζητούν οι εκπαιδευόμενοι τόσο από το πρόγραμμα, όσο και από τον ίδιο τον εκπαιδευτή (σημείο 30).
Σε αυτό το πλαίσιο η εκπαιδεύτρια προσεγγίζει το προφίλ του εκπαιδευτή ενηλίκων περισσότερο από την ψυχολογική του πλευρά. Επισημαίνει χαρακτηριστικά και δεξιότητες που συμβάλλουν στη δημιουργία φιλικού και παιδαγωγικού κλίματος στους κόλπους μιας εκπαιδευτικής ομάδας. Αυτή η ανθρώπινη συμπεριφορά από το μέρος του εκπαιδευτή ενθαρρύνει τους εκπαιδευομένους ν’ αποβάλλουν κάθε φόβο και να καλλιεργήσουν ευνοϊκές μαθησιακές συνθήκες (Βαϊκούση, 2003: 189).
Επιπροσθέτως, η συνεντευξιαζόμενη αναφέρεται στην ενσυναίσθηση (σημείο 32, 34) και περιγράφει τη διάσταση του εκπαιδευτή ως διαμεσολαβητή (Παπασταμάτης, 2004) αλλά κι ως συνεργάτη (Θεάκου, 2004). Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στα χαρακτηριστικά του εκπαιδευτή που αφορούν την ικανότητά του να ενθαρρύνει τον εκπαιδευόμενο όχι μόνο σε ό, τι αφορά τη μάθηση αλλά και σε θέματα που έχουν να κάνουν με την καθημερινότητα και τα προβλήματα των ενηλίκων.
Ολοκληρώνοντας η εκπαιδεύτρια επισήμανε ότι κανένας εκπαιδευτής δεν είναι τέλεια εφοδιασμένος, ούτε οι εκπαιδευόμενοι φιλοδοξούν να συμμετέχουν σε μια τέλεια οργανωμένη μαθησιακή κοινότητα. Σίγουρα θα υπάρξουν περιπτώσεις όπου οι προσεγγίσεις ή οι επιλογές ενός εκπαιδευτή θα αποτύχουν. Επίσης θα υπάρξουν φορές που κι η εκπαιδευτική ομάδα δεν θα ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του εαυτού της και των άλλων. Αυτή όμως, είναι και η ουσιώδης προϋπόθεση για την αυτοκαθοριζόμενη μάθηση, η δημιουργία μιας μαθησιακής κοινότητας, η οποία ακόμα και μέσα από τα λάθη της κατορθώνει να αναπτύσσεται (Walker, 2003: 193).
Λαμβάνοντας υπόψη όσα ειπώθηκαν στη συνέντευξη, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη εκπαιδεύτρια, επηρεασμένη από τις επαγγελματικές της εμπειρίες, προωθεί το προφίλ ενός εκπαιδευτή ανθρωπιστή. Αν προσπαθούσε κανείς να εντάξει την περιγραφή της σε κάποια από τις θεωρίες της Εκπαίδευσης Ενηλίκων, ίσως επέλεγε έναν συνδυασμό των απόψεων του Carl Rogers (Κόκκος, 2005: 57). και του Malcolm Knowles (Κόκκος, 2005: 48 – 50).

2. Απόψεις μίας εκπαιδεύτριας για την κατάσταση στην αγορά εργασίας και τις απαιτούμενες δεξιότητες των εργαζομένων
Για τις ανάγκες του δεύτερου ερωτήματος δημιουργήθηκε ο παρακάτω πίνακας. Με γνώμονα τις πληροφορίες που έλαβε ο γράφων από τη συνεντευξιαζόμενη, επιχειρήθηκε η κατηγοριοποίηση των απόψεών της κι η σύνδεσή τους με τις αλλαγές στην αγορά εργασίας.
Στη συνέχεια αναφέρονται οι αντιλήψεις της εκπαιδεύτριας σχετικά με τη θέση που έχει σήμερα το αντικείμενό της στην αγορά εργασίας. Επιπροσθέτως επιδιώκεται ένα είδος σύγκρισης ανάμεσα στα όσα σχολίασε η εκπαιδεύτρια και στις απόψεις του γράφοντος.

Πίνακας 1 Καταγραφή των θέσεων της εκπαιδεύτριας

Η κατάσταση στην αγορά εργασίας στον τομέα «Οι ανάγκες του τουρίστα- Δημιουργία κινήτρων» Απαιτούμενες γνώσεις και δεξιότητες των εργαζομένων




Πριν από 5 χρόνια Σύμφωνα με την εκπαιδεύτρια τα διδακτικά της αντικείμενα συνδέονται άμεσα με τον ανθρώπινο παράγοντα.
Στο παρελθόν όμως, δεν θεωρούνταν απαραίτητα ή προαπαιτούμενα για κάποιον που ήθελε να ασχοληθεί με τον τουρισμό. • Η γνώση μίας τουλάχιστον ξένης γλώσσας.
• Η χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών
• Η γνώση στατιστικών προγραμμάτων








Σήμερα Τα σύγχρονα εκπαιδευτικά προγράμματα επιθυμούν να εντάξουν τις διδακτικές ενότητες σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα.
Στόχος τους είναι να επικαιροποιήσουν τα ήδη υπάρχοντα προσόντα των εργαζομένων.
Επίσης, διαμορφώνονται ειδικά προγράμματα για τους ανέργους. Η υλοποίησή τους έχει διττό στόχο, την επιμόρφωσή των ανέργων και τη σύνδεσή τους με φορείς κι οργανισμούς για τη δημιουργία επιχειρήσεων με επιχορηγήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι παραπάνω αναφορές θεωρούνται προαπαιτούμενες. Υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης κυρίως σε ό,τι αφορά την ξένη γλώσσα. Ακόμη κι η καλλιέργεια μιας νέας γλώσσας.
Η συμμετοχή των εργαζομένων σε προγράμματα κατάρτισης καθορίζεται σημαντικά από τις αλλαγές στον τουριστικό τομέα. Παράλληλα όμως, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το αν οι συμμετέχοντες επιθυμούν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες του τόπου τους.
• Οργάνωση ειδικών εκδηλώσεων ψυχαγωγικών ή αθλητικών
• Αναβάθμιση των παρεχόμενων τουριστικών υπηρεσιών.
• Προσδιορισμός των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών μιας πληθυσμιακής ομάδας.








Έπειτα από 5 χρόνια Στο μέλλον η αξιοποίηση των γνώσεων από τις συγκεκριμένες διδακτικές ενότητες θα ευνοεί ακόμη περισσότερο όσους ασχοληθούν αργότερα με τον τουρισμό. Η γνώση της ψυχολογίας των κινήτρων θα ερμηνεύσει τις επιλογές τόσο των ατόμων όσο και των επιχειρήσεων. Συνεπώς ο συγκεκριμένος τομέας είναι απαραίτητος για τη συνεχή αναβάθμιση των προσφερόμενων υπηρεσιών αλλά και για την προσαρμογή τους στις ανάγκες και τα ζητούμενα της κοινωνίας. Ιδιαίτερα χρήσιμες θα είναι στο μέλλον γνώσεις και δεξιότητες που αφορούν τις ανάγκες και τις ιδιαίτερες προτιμήσεις των πελατών. Όπως για παράδειγμα ένα ειδικό πρόγραμμα στον υπολογιστή που καταχωρεί ειδικές πληροφορίες (γενέθλια πελατών, αλλεργίες, προτιμήσεις σε φαγητό, μουσική, απαιτήσεις σχετικά με τις παροχές ενός ξενοδοχείου).
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω θα ήταν χρήσιμο για τους εργαζόμενους να
• Γνωρίζουν ποιοι παράγοντες διαμορφώνουν την ψυχολογία ειδικών πληθυσμιακών μονάδων, όπως οι ηλικιωμένοι, οι συνταξιούχοι, τα άτομα με ειδικές ανάγκες.
• Προβλέπουν τυχόν εμπόδια που μπορεί να δυσαρεστήσουν τον πελάτη.
Επίσης οι εργαζόμενοι θα είναι σε θέση να
• Εφαρμόζουν όσα έμαθαν στην εκάστοτε ξενοδοχειακή μονάδα ή τουριστική επιχείρηση
• Προσαρμόζουν τις προσφερόμενες υπηρεσίες στις ανάγκες των πελατών.
• Δημιουργούν ομαδικές σχέσεις στο εργασιακό περιβάλλον.

Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη συνέντευξη σχετικά με την αγορά εργασίας, η εκπαιδεύτρια αναγνωρίζει την κρισιμότητα της κατάστασης και προσδιορίζει τις δυσκολίες ως προς δύο άξονες. Αρχικά στο σημείο 44 επισημαίνει ότι ορισμένοι εκπαιδευόμενοι ζητούν να τους καθοδηγήσει στα εργασιακά ζητήματα ενώ άλλοι να τους υποστηρίξει στην αναζήτηση μιας θέσης εργασίας. Στη συνέχεια σε άλλο σημείο της συζήτησης (σημείο 50) κάνει λόγο για την επικαιροποίηση γνώσεων και δεξιοτήτων, η οποία κατά τη γνώμη της αναγκάζει τους ανθρώπους να συμμετέχουν σε προγράμματα κατάρτισης, εφόσον θέλουν να διατηρήσουν την εργασία τους και να συνεχίσουν να είναι χρήσιμοι σε αυτήν. Οι εκπαιδευόμενοι οφείλουν να γνωρίζουν για ποιο λόγο διδάσκονται ένα αντικείμενο και πώς θα τους φανεί χρήσιμο στην καθημερινή ζωή (Ηλιάδης, 1991: 27).
Η εκπαιδεύτρια αναλύει την εκπαιδευτική φιλοσοφία των προγραμμάτων που συμμετέχει κι η ίδια, επιδιώκοντας μέσα από αυτά να περιγράψει την επικρατούσα εικόνα στην αγορά εργασίας. Ισχυρίζεται ότι οι μεταβολές που έλαβαν χώρα κυρίως στο βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων, συνέβαλλαν στη διαμόρφωση νέων συνθηκών στον τουρισμό, τόσο για τους επισκέπτες όσο και για τους εργαζόμενους (σημείο 54).
Ωστόσο δεν φάνηκε από την υπόλοιπη συνομιλία αν η εκπαιδεύτρια έχει υπόψη της ή αν έχει εφαρμόσει τεχνικές για τη σύνδεση των εκπαιδευομένων με την αγορά εργασίας (Καραλής, 2005: 76 – 77). Ειδικότερα στο σημείο 52 εξετάζει τις προοπτικές των ανέργων συμμετεχόντων σε ένα πρόγραμμα κατάρτισης σχετικά με τον τουρισμό κι αναφέρεται στη διαδικασία της επιδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το ίδιο συμβαίνει και στο σημείο 62, όπου γίνεται λόγος για τη σύνδεση των εκπαιδευομένων με την τοπική κοινωνία και τις ανάγκες της. Η συνεντευξιαζόμενη θεωρεί πολύ σημαντική την απασχόληση των ατόμων στην ιδιαίτερη πατρίδα τους γι’ αυτό και τονίζει το συγκεκριμένο άξονα ως προοπτική ενός εκπαιδευτικού προγράμματος. Παρόλα αυτά δεν προσδιορίζει με σαφήνεια πως θα μπορούσε η ίδια ως εκπαιδεύτρια να συμβάλλει στη σύνδεση των ατόμων με την αγορά εργασίας σε γενικότερο πλαίσιο και με την τοπική κοινωνία σε ειδικότερο επίπεδο.
Λαμβάνοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν, ο γράφων προτείνει κάποιες τεχνικές, οι οποίες θα μπορούσαν να αποδείξουν στον εκπαιδευόμενο τη χρησιμότητα μιας διδακτικής ενότητας. Δεδομένου ότι οι ενήλικοι συμμετέχουν σε επιμορφωτικές κι άλλες εκπαιδευτικές δομές, με την προσδοκία ότι όσα μάθουν θα τους χρησιμεύσουν άμεσα, η νέα γνώση οφείλει να είναι συνυφασμένη με τις πραγματικές συνθήκες της ζωής τους (Rogers, 1999). Συνεπώς η εκπαιδεύτρια σε συνεργασία με άλλους εκπαιδευτές, θα μπορούσε να οργανώσει συναντήσεις με εξειδικευμένα στελέχη ή επισκέψεις σε επιχειρήσεις, ώστε οι εκπαιδευόμενοι να ενημερωθούν για τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας αλλά και για το κλίμα που επικρατεί σε ένα τέτοιο εργασιακό περιβάλλον (Καραλής, 2005: 76).
Αναφορικά με το ρόλο του εκπαιδευτή στη σύνδεση των εκπαιδευομένων με την αγορά εργασίας, ο γράφων διαπιστώνει ότι η εκπαιδεύτρια δεν αναφέρει αν τελικά η διδακτική της ενότητα παρέχει την ανάλογη υποστήριξη. Θα μπορούσε στα πλαίσια του συγκεκριμένου διδακτικού αντικειμένου να οργανώσει σεμινάρια για τη σύνταξη βιογραφικών σημειωμάτων ή την παρουσίαση των εκπαιδευομένων σε μία πιθανή συνέντευξη. Ακόμη θα ήταν χρήσιμο να διαμορφώσει κάθε εκπαιδευόμενος ένα δικό του σύστημα αξιολόγησης καταγράφοντας τα ατομικά χαρακτηριστικά και τις αδυναμίες του.
Στην περίπτωση των εργαζόμενων που παρακολουθούν την ίδια διδακτική ενότητα, η εκπαιδεύτρια θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις δυνατότητες των ενεργητικών παιδαγωγικών μεθόδων. Έτσι λοιπόν, μέσα από ένα παιχνίδι ρόλων ή μια μελέτη περίπτωσης οι εργαζόμενοι συνεργάζονται, ανταλλάσσουν απόψεις κι εμπειρίες κυρίως από το εργασιακό τους περιβάλλον. Σε αυτό θα μπορούσε να βοηθήσει κι η κατάθεση της προσωπικής εμπειρίας της ίδιας της εκπαιδεύτριας. Με αυτό τον τρόπο ο εκπαιδευόμενος αντιλαμβάνεται ότι δεν βρίσκεται μόνος του απέναντι στα προβλήματα ή στην αναζήτηση νέων προοπτικών μέσα στο εργασιακό του περιβάλλον (Καραλής, 2005: 77).
Ολοκληρώνοντας θα ήταν χρήσιμο να διαπιστωθεί ότι η εκπαιδεύτρια δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον τόσο για την πορεία των εκπαιδευομένων κατά τη διάρκεια του προγράμματος, όσο και για τη μετέπειτα εξέλιξή τους. Δεν αναφέρει όμως, ότι υπάρχει συνεργασία ανάμεσα στους εκπαιδευτές που εργάζονται για το ίδιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, ούτε αν οι εκπαιδευτές συμμετέχουν κατά το σχεδιασμό των περιεχομένων μίας διδακτικής ενότητας. Η δόμηση των περιεχομένων είναι μια σημαντική ευθύνη για τους εκπαιδευτές, οι οποίοι οφείλουν να προσαρμόζουν κάθε φορά την επιλογή του εκπαιδευτικού υλικού στις ανάγκες και τις προσδοκίες της εκπαιδευτικής ομάδας (Race, 1999). Παράλληλα βέβαια οφείλουν να βρίσκονται σε συνεχή επαφή μεταξύ τους έτσι ώστε να διασφαλίζουν τη σχέση του εκπαιδευτικού προγράμματος με την επικρατούσα κατάσταση, τόσο στην αγορά εργασίας όσο και στην κοινωνία.

Συμπεράσματα
Συνοψίζοντας ο γράφων διαπιστώνει ότι η εμπειρία της συνέντευξης ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα κυρίως διότι είχε την ευκαιρία να συζητήσει τις σκέψεις και τις ανησυχίες μιας εν ενεργεία εκπαιδεύτριας ενηλίκων. Τα βασικά σημεία της συνομιλίας οδηγούν στα παρακάτω συμπεράσματα:
• Οι γενικότερες εξελίξεις στον τομέα του τουρισμού επηρεάζουν τις απαιτήσεις και τις προσδοκίες στην αγορά εργασίας.
• Απώτερος σκοπός των προγραμμάτων κατάρτισης είναι η δημιουργία μιας πληθυσμιακής ομάδας, η οποία θα είναι σε θέση ν’ ανταποκριθεί σε αυτές τις αλλαγές.
• Ο ρόλος του εκπαιδευτή σε κάθε περίπτωση είναι να υποστηρίζει τους εκπαιδευόμενους κατά την αναζήτησή μιας θέσης εργασίας αλλά και μετά την είσοδό τους σε έναν επαγγελματικό χώρο.
• Ο εκπαιδευτής οφείλει να ενθαρρύνει τον εκπαιδευόμενο και να ενισχύει την προσπάθειά του κατά τη μαθησιακή διεργασία.
• Η διδακτική πράξη εξαρτάται σημαντικά από την επιστημονική και την παιδαγωγική κατάρτιση του εκπαιδευτή. Ο συνδυασμός των τυπικών προσόντων αλλά και των ιδιαίτερων δεξιοτήτων διαμορφώνει το προφίλ ενός εκπαιδευτή που λειτουργεί ως σύμβουλος και συνεργάτης των εκπαιδευομένων.
Βιβλιογραφία
Βαϊκούση Δ. (2003), «Οι δυσκολίες στην επικοινωνία εκπαιδευτών και εκπαιδευομένων» στο Βεργίδης Δ. Εκπαίδευση Ενηλίκων, Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, σ. 185 – 193.
Γεωργιακώδης Φ. (2005), Ποιοτική αξιολόγηση των χαρακτηριστικών των υποψήφιων εκπαιδευτών ενηλίκων, Εκπαίδευση Ενηλίκων, 5, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 29 – 34
Courau S. (2000), Τα βασικά εργαλεία του εκπαιδευτή Ενηλίκων, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο
Ηλιάδης Ν. (1991), «Η διαδικασία της μάθησης και η δημιουργία κινήτρων: Α. για ενηλίκους και Β. για εφήβους», στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Petra Μαθήματα Παιδαγωγικής Επιμόρφωσης Εκπαιδευτών της Βιομηχανίας και του ΟΑΕΔ, Αθήνα, σ. 25 – 88.
Θεάκου Ε. (2004), «Ο ρόλος του Εκπαιδευτή – Συμβούλου- Συνεργάτη στην Εξ Αποστάσεως Εκπαίδευση»,
http://cosy.ted.unipi.gr/NTdiabiou2005/media/papers/P43.doc
Jarvis P. (2003), Συνεχιζόμενη Εκπαίδευση και κατάρτιση: θεωρία και πράξη, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο
Καραλής Θ. (2005), Σχεδιασμός, Διοίκηση, Αξιολόγηση Προγραμμάτων Εκπαίδευσης Ενηλίκων: Σχεδιασμός Προγραμμάτων, Πάτρα: ΕΑΠ.
Κεδράκα, Κ. (2008), Μεθοδολογία Λήψης Συνέντευξης, Πάτρα. Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο
Κόκκος Α. (2005), Μεθοδολογία Εκπαίδευσης Ενηλίκων: Θεωρητικό Πλαίσιο και Προϋποθέσεις Μάθησης, τ. Α΄, Πάτρα: ΕΑΠ
Παπασταμάτης Α.( 2004), «Επαγγελματική ανάπτυξη και εκπαίδευση ευπαθών κοινωνικών ομάδων», http://cosy.ted.unipi.gr/NTdiabiou2005/media/papers/P18.doc
Race Ph., (1999), Το εγχειρίδιο της Ανοικτής Εκπαίδευσης, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο
Rogers A. (1999), Η Εκπαίδευση Ενηλίκων, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο
Walker J. (2003), «Ο Αυτοκαθορισμός ως σκοπός της Εκπαίδευσης» στο Marples R. (επιμ.) Οι σκοποί της Εκπαίδευσης¸Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 179 – 196.



Παράρτημα
Α. Το πλαίσιο της συνέντευξης
Η εργασία αφορά την παρακάτω απομαγνητοφωνημένη συνέντευξη. Πρόκειται για μία συζήτηση ανάμεσα στο γράφοντα και σε μία πιστοποιημένη εκπαιδεύτρια ενηλίκων από το ΕΚΕΠΙΣ. Η κα Κ. Λ. έχει εμπειρία στην Εκπαίδευση Ενηλίκων πάνω από 500 ώρες. Η συνέντευξη ελήφθη μέσα στα γραφεία ενός ΚΕΚ όπου εργάζεται η εν λόγω εκπαιδεύτρια, καθώς ο χρόνος της ήταν περιορισμένος εξαιτίας αυξημένων επαγγελματικών υποχρεώσεων. Με την κα Κ. Λ. είχαμε γνωριστεί πριν μερικά χρόνια, όταν έτυχε να παρακολουθήσουμε τις εργασίες ενός συνεδρίου. Η επιλογή της έγινε, σύμφωνα την Κεδράκα (2008), διότι η εκπαιδεύτρια αντιπροσωπεύει την κατηγορία του πληθυσμού που ερευνάται.
Στη συνέντευξη όπου Κ. Λ. εννοείται η εκπαιδεύτρια και όπου Θ. Σ. εννοείται ο γράφων.

Β. Μία γενική εντύπωση από τη συνέντευξη
Πριν τη συνέντευξη είχα ιδιαίτερο άγχος καθώς ήταν η πρώτη φορά που επιχειρούσα κάτι παρόμοιο. Ωστόσο το κλίμα που επικράτησε σε όλη τη διάρκεια ήταν ευχάριστο και φιλικό, σε αυτό βέβαια συνέβαλε και η πρότερη γνωριμία που είχα με την εκπαιδεύτρια. Η εκπαιδεύτρια απάντησε σε όλες μου τις ερωτήσεις χωρίς υπεκφυγές και από τον τόνο της φωνής αλλά και τις χειρονομίες της εικάζω ότι ήταν ειλικρινής απέναντι μου.
Σχετικά με τα ερωτήματα της εργασίας συμφωνήσαμε με την Κ. Λ. να επικεντρωθούμε αρχικά στους άξονες που θέτει η 2η εργασία και εφόσον παραστεί ανάγκη να μιλήσουμε αργότερα για τους σκοπούς της τρίτης εργασίας, ώστε να έχω κι εγώ τον ανάλογο χρόνο να προετοιμαστώ.

1. Θ. Δ. Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που δεχτήκατε να μου παραχωρήσετε αυτή τη συνέντευξη. Όπως σας ανέφερα και off the record είναι απαραίτητη για να ολοκληρώσω τη δεύτερη εργασία στη θεματική ενότητα ΕΚΕ 51 του ΜΠΣ Εκπαίδευση Ενηλίκων.
2. Κ. Λ. Κι εγώ σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε να με επιλέξετε.
3. Θ. Δ. Θα ήθελα να σας υπενθυμίσω ότι η συνέντευξη θα μαγνητοφωνηθεί, αλλά τα προσωπικά σας στοιχεία δε θα δημοσιοποιηθούν.
4. Κ. Λ. Ωραία λοιπόν, είμαστε σύμφωνοι.
5. Θ. Δ. Στην τηλεφωνική μας συνομιλία σας είχα ενημερώσει ότι οι κύριοι άξονες της συζήτησής μας, τουλάχιστον για το πρώτο μέρος, θα είναι ο ρόλος του εκπαιδευτή ενηλίκων κι ειδικότερα οι δεξιότητες, τα χαρακτηριστικά και τα προσόντα που θεωρείτε ότι οφείλει να διαθέτει. Αν είστε κι εσείς έτοιμη μπορούμε να ξεκινήσουμε;
6. Κ. Λ. Βεβαίως, σας ακούω!
7. Θ. Δ. Τα τελευταία χρόνια ασχολείστε αποκλειστικά με την εκπαίδευση ενηλίκων και πιο συγκεκριμένα με τη διδασκαλία ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Αρχικά θα ήθελε να μου πείτε πόσο δύσκολο είναι αυτό;
8. Κ Λ. Πολύ δύσκολο αλλά και πολύ ενδιαφέρον! Και δεν το λέω αυτό από την άποψη της διδασκαλίας μιας τέτοιας ομάδας. Δεν είναι μόνο αυτό δύσκολο, όπως φαντάζονται οι περισσότεροι. Δεν ξέρω αν σας ενδιαφέρει να σταθούμε λίγο περισσότερο στο ουσιαστικό αντικείμενο της δουλειάς μου.
9. Θ. Σ. Παρακαλώ!
10. Κ. Λ. Εγώ λοιπόν, ασχολούμαι με την Εκπαίδευση Ενηλίκων με δύο τρόπους. Ο ένας είναι, όπως γνωρίζετε ήδη, η διδασκαλία διαφορετικών κοινωνικά ομάδων, πιο συγκεκριμένα εργάζομαι σε ΚΕΚ του νομού Θεσσαλονίκης, όπου συμμετέχω σε προγράμματα κατάρτισης για ανέργους κι εργαζόμενους. Πέρα όμως, από αυτό συμμετέχω σε μια εθελοντική δράση που παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες, κυρίως σε γυναίκες που έχουν υποστεί ενδοοικογενειακή βία.
11. Θ. Σ. Πράγματι πολύ ενδιαφέρουσα δραστηριότητα, νομίζω ότι με την εμπειρία σας θα με βοηθήσετε πολύ στην εργασία μου.
12. Κ. Λ. Το ελπίζω! Η συμμετοχή μου σε δύο τόσο διαφορετικές δράσεις με έχει βοηθήσει πολύ όχι μόνο ως επαγγελματία αλλά κι ως άνθρωπο. Πιστεύω ότι μέσα από αυτές τις εμπειρίες έχω αλλάξει κι ίσως τώρα να προσφέρω περισσότερα στη δουλειά μου.
13. Θ. Σ. Τι θέλετε να πείτε με αυτό;
14. Κ. Λ. Πώς να σας το εξηγήσω; Όταν ξεκίνησα να διδάσκω, ήμουν ενθουσιασμένη γιατί πίστευα ότι μαθαίνοντας σε κάποιον θα μπορούσα να λύσω τα προβλήματά του. Αυτό είναι όμως, εν μέρει σωστό. Άργησα πολύ να το καταλάβω. Η ενασχόλησή μου με την Εκπαίδευση Ενηλίκων με βοήθησε να δω με διαφορετικό μάτι την εκπαιδευτική διαδικασία, να έρθω πιο κοντά στους εκπαιδευόμενους, να τους αφήσω να με διδάξουν.
15. Θ. Σ. Ως εκπαιδευτικός νομίζω ότι μπορώ να σας νιώσω. Θέλω όμως, να επιμείνω στην αρχική μου ερώτηση.
16. Κ. Λ. Έχετε δίκιο σας παρέσυρα με τις προσωπικές μου σκέψεις. Σας ακούω.
17. Θ. Σ. Κάθε άλλο, θα έλεγα ότι με φέρατε στο σωστό δρόμο. Εκείνο που θέλω να ρωτήσω είναι πόσο σας βοήθησαν τα τυπικά σας προσόντα στη δουλειά που κάνετε σήμερα.
18. Κ. Λ. Κοιτάξτε το πτυχίο μου έδωσε την ευκαιρία να εργαστώ στην εκπαίδευση. Βιοπορίζομαι με αυτό. Από φοιτήτρια όμως, αντιλήφθηκα ότι ένα τέτοιο πτυχίο δεν είναι αρκετό. Αυτό αποτελεί πρόβλημα της ελληνικής εκπαιδευτικής φιλοσοφίας.
19. Θ. Σ. Θέλετε να γίνετε πιο σαφής;
20. Κ. Λ. Βεβαίως! Κατά τη γνώμη μου οι απόφοιτοι των καθηγητικών σχολών, όπως συνηθίζουμε να τις λέμε, δεν είναι προετοιμασμένοι για την είσοδό τους στη σχολική τάξη. Γνωρίζουν την επιστήμη αλλά σε καμία περίπτωση δεν γνωρίζουν το αντικείμενο της δουλειά τους. Νομίζω ότι κι εσείς μπορείτε να αντιληφθείτε τι ακριβώς εννοώ! Ποιος μας μίλησε για τα διοικητικά καθήκοντα που αναλαμβάνει ο εκπαιδευτικός ή, το πιο σπουδαίο, ποιος μας προετοίμασε για τα ποικίλα προβλήματα που καθημερινά αντιμετωπίζουμε;
21. Θ. Σ. Δυστυχώς έχετε δίκιο! Συνεπώς θεωρείτε κι εσείς ότι τα τυπικά προσόντα ενός εκπαιδευτικού ή ενός εκπαιδευτή δεν επαρκούν.
22. Κ. Λ. Φυσικά! Προσέξτε όμως, για να μην παρεξηγηθώ. Με όσα προανέφερα δεν εννοώ ότι τα τυπικά προσόντα δεν είναι σημαντικά! Έχουμε χρέος να διαβάζουμε, να αναζητούμε, να ενημερωνόμαστε για τις εξελίξεις στον επιστημονικό μας τομέα, διαφορετικά δεν θα αποδώσουμε στη δουλειά μας. Κι αυτό ο μαθητής ή ο εκπαιδευόμενος το καταλαβαίνει! Αν μπορούσα να παρομοιώσω την κατάσταση θα σας έλεγα ότι τα τυπικά προσόντα είναι για τον εκπαιδευτή μια πυξίδα ώστε να μη χάνεται στην πορεία που θέλει να διανύσει.
23. Θ. Σ. Από τα λεγόμενά σας αντιλαμβάνομαι ότι υπάρχουν κι άλλα στοιχεία που πλαισιώνουν έναν εκπαιδευτή. Οπότε θα ήθελα κι εγώ από την εμπειρία μου ως εκπαιδευτικός αλλά κυρίως εκπαιδευόμενος, να σας επισημάνω ορισμένες προσωπικές μου παρατηρήσεις.
24. Κ. Λ. Θα με διευκόλυνε ιδιαίτερα αυτό.
25. Θ. Σ. Άθελά σας είπατε την κατάλληλη λέξη. Πόσο πιστεύετε ότι ένας εκπαιδευτής είναι ικανός να διευκολύνει τη μαθησιακή διεργασία των ενηλίκων;
26. Κ. Λ. Ο εκπαιδευτής οφείλει να λειτουργεί ως διευκολυντής από την στιγμή της γνωριμίας του με τους εκπαιδευόμενους. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι θα πηγαίνει με τα νερά τους, ας μου επιτραπεί η έκφραση. Κάθε εκπαιδευτής έχει τη δική του φιλοσοφία, η οποία αποτελεί απόσταγμα των προσωπικών κι επαγγελματικών του εμπειριών, των σπουδών του και της μελέτης του. Ωστόσο όμως, αν θέλει να πετύχουν οι ομάδες του, αν θέλει οι άνθρωποι ν’ αλλάξουν μετά τη συμμετοχή τους στις εκπαιδευτικές συναντήσεις μαζί του, χρειάζεται να δουλεύει συνεχώς αυτή την εκπαιδευτική του φιλοσοφία.
27. Θ. Σ. Αυτή τη διάθεση προσαρμοστικότητας από την πλευρά του εκπαιδευτή την θεωρείτε σημαντική για την πορεία της μάθησης;
28. Κ. Λ. Κι όχι μόνο για τη μάθηση. Αλλά αφού μιλάμε για αυτή θέλω να σημειώσω πόσο καθοριστικό είναι για έναν εκπαιδευτή να διαμεσολαβεί ανάμεσα στο εκπαιδευτικό υλικό και στους εκπαιδευόμενους. Έτσι τους δίνει την εντύπωση ότι η ικανοποίηση των δικών τους αναγκών υπερβαίνει το πρόγραμμα. Όλα αυτά που σας λέω βέβαια έχουν κι ένα μέτρο. Η ουσία είναι ότι ο εκπαιδευτής χρειάζεται να δίνει σημασία στην προσπάθεια των εκπαιδευομένων να μάθουν.
29. Θ. Σ. Πώς μπορεί να το κάνει αυτό;
30. Κ. Λ. Κυρίως με το να τους ακούει. Κι όταν λέω να τους ακούει δεν εννοώ μόνο την κυριολεκτική σημασία της λέξης. Ο εκπαιδευτής οφείλει να παρατηρεί τους εκπαιδευόμενους, να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στη γλώσσα του σώματός τους, στις χειρονομίες, στον τόνο της φωνής τους, ακόμη και στη διάθεσή τους κατά το διάλειμμα. Όλα έχουν σημασία για την αποτελεσματικότητα ενός εκπαιδευτή.
31. Θ. Σ. Στη βιβλιογραφία αναφέρεται ο όρος ενσυναίσθηση, κατά πόσο θεωρείτε ότι έχετε πλησιάσει τους εκπαιδευόμενους; Προσπαθήσατε ποτέ να τους δείτε από τη δική τους οπτική γωνία;
32. Κ. Λ. Μ’ αρέσει ο τρόπος που το τοποθετείτε. Τον πρώτο καιρό που ασχολήθηκα με την εκπαίδευση δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω πόσες πολλές πληροφορίες μαθαίνεις για τους εκπαιδευόμενους προσπαθώντας να μπεις στη θέση τους, να τους καταλάβεις. Αυτό βέβαια το συνειδητοποιώ τώρα περισσότερο από ποτέ.
33. Θ. Σ. Γιατί το λέτε αυτό;
34. Κ. Λ. Τα τελευταία χρόνια, όπως σας είπα, συμμετέχω σε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα για γυναίκες που έχουν υποστεί κακοποίηση. Πρόκειται για ένα πολύπλευρο κι ιδιαίτερα δύσκολο έργο. Εγώ συγκεκριμένα έχω αναλάβει το συμβουλευτικό κομμάτι κι έτσι συναντώ τις γυναίκες αρχικά δύο φορές το μήνα για να συζητήσουμε θέματα που έχουν να κάνουν με την προσαρμογή τους στην κοινωνία. Πολλές φορές όμως, και περισσότερο στην αρχή της γνωριμίας μας, οι εκπαιδευόμενες είναι φοβισμένες κι επιφυλακτικές. Ήταν και για μένα μια περίεργη κατάσταση, προσπάθησα πολύ να φανταστώ πως νιώθουν για να μπορέσω να τις πλησιάσω. Δεν είναι καθόλου απλό.
35. Θ. Σ. Παρόλα αυτά πιστεύετε ότι ένας εκπαιδευτής μπορεί να το πετύχει;
36. Κ. Λ. Σε αυτό δεν μπορώ να σας δώσω μια σαφή απάντηση. Νομίζω ότι εξαρτάται από το πρόβλημα ή την κατάσταση που βιώνει ο εκπαιδευόμενος και τον τρόπο που έχει επιλέξει για να την εκφράσει. Ωστόσο από την πλευρά του εκπαιδευτή απαιτείται συνεχής προσπάθεια.
37. Θ. Σ. Για να γίνει αυτό ο εκπαιδευτής πρέπει να είναι συγκαταβατικός;
38. Κ. Λ. Κι όχι μόνο. Ο εκπαιδευτής πρέπει να είναι έτοιμος για όλα! Πρέπει να είναι σε θέση ν’ αντιμετωπίσει τα παράπονα και τους φόβους των εκπαιδευομένων. Να καθοδηγεί τον εκπαιδευόμενο στη διαδικασία της μάθησης ώστε να γίνει κάποτε αυτόνομος. Να τον μάθει ν’ αποδέχεται τις αδυναμίες του. Να τον ενθαρρύνει κατά την επικοινωνία του με άλλους εκπαιδευόμενους ή με τον ίδιον. Κι όλα αυτά πρέπει να συμβαίνουν κατά τη μάθηση, να εμπλέκονται με αυτήν και να μεταφράζονται στον εκπαιδευόμενο ως στάσεις.
39. Θ. Σ. Νομίζω ότι έχετε καλύψει το ζήτημα. Θα θέλατε να προσθέσετε κάτι τελευταίο ή να προχωρήσουμε παρακάτω;
40. Κ. Λ. Ναι θα ήθελα να σας πω ότι, όπως έχετε ήδη καταλάβει, δεν εύκολο να γίνει κανείς εκπαιδευτής. Η δουλειά μας απαιτεί αμέριστη αφοσίωση. Πιστεύω όμως, ότι δεν θα μπορέσει ποτέ κανείς να γίνει τέλειος εκπαιδευτής. Ούτε οι εκπαιδευόμενοι έχουν τέτοια απαίτηση από εμάς. Νομίζω ότι κι εκείνοι αναζητούν να βρουν στο πρόσωπό μας άτομα ειλικρινή, με καλή διάθεση, ευγένεια κι εντιμότητα. Δεν θέλουν να τους αποδεικνύουμε πόσο πολλά γνωρίζουμε αλλά να τους βοηθήσουμε ώστε να βρουν κι εκείνοι τον τρόπο να μαθαίνουν τον κόσμο ακόμη και τον εαυτό τους.
41 Θ. Σ. Σας ευχαριστώ πολύ! Μπορούμε τώρα να περάσουμε στον επόμενο άξονα της συζήτησής μας.
42. Κ. Λ. Αν δεν σας πειράζει θα ήθελα να διακόψουμε για λίγο.

Δέκα λεπτά αργότερα επιστρέφουμε στις θέσεις μας για το δεύτερο μέρος της συνέντευξης.

43. Θ Σ. Ελπίζω τώρα να νιώθετε καλύτερα. Λοιπόν, το δεύτερο μέρος της συνέντευξής μας αφορά την κατάσταση που επικρατεί στην αγορά εργασίας. Εσείς διδάσκετε και μια ξένη γλώσσα πώς βλέπετε την κατάσταση;
44. Κ. Λ. Η κατάσταση είναι αρκετά δύσκολη για όλους μας, ανεξάρτητα από το αντικείμενο της εργασίας πια. Την αντιμετωπίζω κι εγώ καθημερινά στα ΚΕΚ που εργάζομαι ως εκπαιδεύτρια. Πολλές φορές μου έχει τύχει κάποιος εκπαιδευόμενος να ζητήσει τη συμβουλή μου για ένα εργασιακό του πρόβλημα ή ακόμα να του συστήσω έναν πιο αποδοτικό «δρόμο» κατά την αναζήτηση εργασίας.
45. Θ. Σ. Από το ελάχιστο που σας γνωρίζω νομίζω ότι έχετε ασχοληθεί με ποικίλα διδακτικά αντικείμενα.
46. Κ. Λ. Η αλήθεια είναι ότι κατά βάση διδάσκω την αγγλική γλώσσα και για μεγάλο χρονικό διάστημα έχω εργαστεί ως ξεναγός. Ωστόσο τα τελευταία χρόνια, κυρίως από τότε που ασχολήθηκα ενεργά με τα ΚΕΚ, έχω εντάξει τη διδασκαλία των αγγλικών στα επιμέρους εκπαιδευτικά προγράμματα, όπου συμμετέχω ως εκπαιδεύτρια ή ως εκπαιδευτικός υπεύθυνος. Επίσης, έχω ασχοληθεί και με άλλα διδακτικά αντικείμενα.
47. Θ. Σ. Θα μπορούσατε να γίνετε πιο σαφής; Να ξεχωρίσετε για παράδειγμα μία από τις διδακτικές ενότητες που έχετε αναλάβει στο παρελθόν και να μου μιλήσετε για το συγκεκριμένο αντικείμενο κατάρτισης. Πού εντασσόταν αυτή η ενότητα;
48. Κ. Λ. Βεβαίως! Όπως σας ανέφερα εργάστηκα κι η ίδια για αρκετά χρόνια ως ξεναγός, γι’ αυτό το λόγο επέλεξα να εμπλακώ σε προγράμματα που αφορούν την οργάνωση τουριστικών επιχειρήσεων και ξενοδοχειακών μονάδων. Ειδικότερα οι διδακτικές ενότητες που ασχολήθηκα περισσότερο αφορούσαν θέματα όπως: Οι Τεχνικές Ξενάγησης, Η Ψυχολογία του Τουρίστα.
49. Θ. Σ. Πολύ ενδιαφέροντα όσα μου λέτε! Πάντα πίστευα ότι μεγάλη οικονομική δύναμη της χώρας κρύβεται στη σωστή αξιοποίηση των τουριστικών πόρων κι ο ανθρώπινος παράγοντας είναι ένας από αυτούς.
50. Κ. Λ. Έχετε υψηλές προσδοκίες από τον τουρισμό και νομίζω ότι καλώς σκέφτεστε. Παρόλα αυτά δεν είναι λίγες οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις που καταρρέουν οικονομικά κι ίσως τις περισσότερες φορές για αυτή την κατάσταση ευθύνεται η ανθρώπινη ματαιοδοξία. Εμείς λοιπόν, και με το εμείς, εννοώ τα Προγράμματα Κατάρτισης Τουρισμού, επιδιώκουμε την απόκτηση νέων γνώσεων και ικανοτήτων εκ μέρους των συμμετεχόντων. Απώτερος σκοπός των συγκεκριμένων προγραμμάτων είναι από τη μια η επικαιροποίηση των προσόντων τους κι η διασφάλιση της απασχόλησής τους στον τουριστικό τομέα κι από την άλλη η διαφοροποίηση και ποιοτική αναβάθμιση των προσφερομένων τουριστικών προϊόντων κι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των τουριστικών επιχειρήσεων. Με γνώμονα την παραπάνω φιλοσοφία επιδιώκουμε να βοηθήσουμε ανθρώπους που ήδη εργάζονται σε τουριστικές επιχειρήσεις ή τουριστικά γραφεία ώστε να είναι προετοιμασμένοι απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις και τα προβλήματα της δουλειάς τους. Ακόμη θέλουμε να μάθουν με ποιους τρόπους μπορούν να βελτιώσουν μόνοι τους πια τις παρεχόμενες υπηρεσίες ή να προσφέρουν στους τουρίστες νέες δυνατότητες ανάλογες πάντοτε με τις ανάγκες τους. Η αλήθεια είναι ότι παίρνω την υπόθεση πολύ προσωπικά γι’ αυτό με ακούτε να μιλάω τόσο υποστηρικτικά για το πρόγραμμα. Νιώθω υπεύθυνη για κάθε εκπαιδευόμενο, θα ήθελα να είμαι σίγουρη ότι φεύγοντας από ένα πρόγραμμα κατάρτισης, έχει αρχίσει να υλοποιεί τις προσδοκίες του.
51. Θ. Σ. Μακάρι να συνέβαινε! Όμως, όλα όσα είπατε αφορούν άτομα που ήδη ασχολούνται με τις τουριστικές δομές. Πώς μπορείτε να βοηθήσετε κάποιον άνεργο που ενδιαφέρεται να απασχοληθεί με τις τουριστικές επιχειρήσεις; Σε αυτά τα προγράμματα υπάρχει πρόβλεψη για την ενίσχυση κινήτρων σε άτομα που βρίσκονται στην ανεργία, ώστε να απορροφηθούν σε ήδη υπάρχουσες τουριστικές επιχειρήσεις;
52. Κ. Λ. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα αφορά τους εργαζόμενους ή τουλάχιστον τα άτομα που έχουν κάποια αποδεδειγμένη προϋπηρεσία στις τουριστικές επιχειρήσεις και θέλουν να αναβαθμίσουν τις υπάρχουσες δεξιότητές. Ωστόσο υπάρχουν κι εκπαιδευτικές δράσεις που αφορούν αποκλειστικά ανέργους που δεν έχουν κάποια προηγούμενη σχέση με τον τουρισμό. Στην περίπτωσή τους το πρόγραμμα επικεντρώνεται περισσότερο σε δύο άξονες. Από τη μία πλευρά επιθυμεί να ενημερώσει και να καταρτίσει τα άτομα γύρω από την οργάνωση μιας τουριστικής επιχείρησης, ένα μικρό πανδοχείο, ένα αναψυκτήριο, έναν γραφείο οργάνωσης πολιτιστικών ή αθλητικών δραστηριοτήτων. Από την άλλη κατατοπίζουμε τα άτομα ώστε να αναζητήσουν τους κατάλληλους οικονομικούς πόρους μέσω επιδοτούμενων προγραμμάτων τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε αυτή την περίπτωση προωθούμε τη συνεργασία των ατόμων με φορείς κι οργανισμούς και τη συμμετοχή τους σε ένα μεγαλύτερο δίκτυο που σχετίζεται με τις τουριστικές επιχειρήσεις.
53. Θ. Σ. Από αυτά που λέτε αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για ένα μεγάλο εκπαιδευτικό πρόγραμμα με ιδιαίτερες αρμοδιότητες κι ευθύνες. Εξαιρετικά ενδιαφέρον και για τη συνέχεια της κουβέντας μας παρουσιάζει το γεγονός ότι η δουλειά σας βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας.
54. Κ. Λ. Φυσικά! Ο,τι συμβαίνει μας απασχολεί και χρειάζεται να εξετάζεται πόσο σημαντική είναι η επίδραση του στην αγορά εργασίας κυρίως όταν αφορά τον τουριστικό τομέα. Σκεφτείτε πόσες ανατροπές μπορεί να δημιουργήσει μια κακή φήμη ή ακόμα κι ένα αρνητικό σχόλιο σε μια επιχείρηση ή μία τουριστική περιοχή! Οφείλουμε να συμβαδίζουμε με τις απαιτήσεις κάθε εποχής διότι διαφορετικά θα μας προσπεράσει.
55. Θ. Σ. Έχετε δίκιο. Για να γίνουμε περισσότερο συγκεκριμένοι θα ήθελα να πάρετε ως παράδειγμα το τελευταίο πρόγραμμα που αναφέρατε σχετικά με τους εργαζόμενους. Ποια είναι η διδακτική ενότητα που αναλάβατε σε ένα τέτοιο πρόγραμμα;
56. Κ. Λ. Συνήθως ασχολούμαι με την ενότητα «ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΙΣΤΑ – ΚΙΝΗΤΡΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΩΝ ΤΑΞΙΔΙΩΝ».
57. Θ. Σ. Ποιος είναι ο στόχος της;
58. Κ. Λ. Μετά την παρακολούθηση της συγκεκριμένης ενότητας το άτομο είναι σε θέση να προωθεί τις παρεχόμενες υπηρεσίες, εκμεταλλευόμενο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του πληθυσμού στον οποίο κι απευθύνεται. Μαθαίνει να δημιουργεί προϊόντα ή τουριστικά πακέτα ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες των άμεσα ενδιαφερομένων. Μέσα από τη διδακτική ενότητα οι εκπαιδευόμενοι αναγνωρίζουν του λόγους που επιλέγει κάθε τουρίστας για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Διαπιστώνουν γιατί επισκέπτεται συγκεκριμένη μέρη και γιατί καταναλώνει συγκεκριμένα είδη προϊόντων. Αφού γίνει αυτό ο εκπαιδευόμενος ασχολείται με την αναβάθμιση ή την τροποποίηση των παρεχόμενων υπηρεσιών ώστε να κρατήσει αμείωτο ή και να αυξήσει το ενδιαφέρον των επισκεπτών.
59. Θ. Σ. Έτσι εξασφαλίζει και τον εαυτό του μέσα στην επιχείρηση! Γίνεται απαραίτητος σε αυτήν.
60. Κ. Λ. Ακριβώς! Κι εμείς οι ίδιοι επιθυμούμε οι άνθρωποι, συμμετέχοντας στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, να έχουν την ευκαιρία να μάθουν αλλά κυρίως με όπλο τις γνώσεις και τις δεξιότητες να διασφαλίσουν τον εαυτό τους μέσα σε μια επιχείρηση. Στην εποχή μας δεν είναι τόσο απλό αυτό. Ιδιαίτερα για κάποιον που ασχολείται με τον τουρισμό καθώς τα καταναλωτικά πρότυπα δημιουργούν συνεχώς νέες ανάγκες που οι τουριστικές επιχειρήσεις χρειάζεται να καλύψουν.
61. Θ. Σ. Κι όλα αυτά πρόεκυψαν ξαφνικά; Θέλω να πω ήταν έτοιμες οι τουριστικές επιχειρήσεις ή γενικότερα οι φορείς που ασχολούνται με τον τουρισμό να προλάβουν τέτοιου είδους ανάγκες; Υπήρχε το κατάλληλο εκπαιδευμένο προσωπικό;
62. Κ. Λ. Αρχικά δεν ήταν πολλοί, γρήγορα όμως, έγινε αντιληπτή αυτή η κατάσταση με αποτέλεσμα να οργανώνονται συνεχώς επιμορφωτικά προγράμματα. Επίσης, η διαδικασία απόκτησης μιας επιδότησης χρειάζεται να βασίζεται σε μια προϋπόθεση, δηλαδή τη συμμετοχή σε ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Έτσι οι νέες επιχειρήσεις δεν προκύπτουν ξαφνικά αλλά αποτελούν προϊόν ενός ευρύτερου σχεδιασμού που επιδιώκει να συνδέσει τα άτομα με την τοπική αγορά εργασίας και κυρίως με την αξιοποίηση της τοπικής ομορφιάς.
62. Θ. Σ. Κάτι που μέχρι τώρα είχαν αγνοήσει;
63. Κ. Λ. Κάπως έτσι.
64. Θ. Σ. Θα μπορούσατε να κάνετε μια σύγκριση σχετικά με την κατάσταση που επικρατούσε παλιότερα στην αγορά εργασίας αναφορικά με το δικό σας τομέα αλλά και με όσα πιστεύετε ότι ίσως αλλάξουν στο μέλλον; Πώς βλέπετε τα πράγματα;
65. Κ. Λ. Θεωρώ ότι ο τουρισμός πάντοτε είχε μέλλον στη χώρα μας απλά τα τελευταία χρόνια έχουν προστεθεί σε αυτόν νέες παράμετροι, μία από αυτές είναι και η διδακτική ενότητα που ασχολούμαι. Πριν μερικά χρόνια στην Ελλάδα οι επισκέπτες ενδιαφέρονταν για τα νησιά κι άλλα παραθαλάσσια μέρη. Επίσης, διέθεταν χρήματα για εξορμήσεις κι εκδρομές σε όλη τη διάρκεια του χρόνου. Σήμερα η κατάσταση άρχισε να διαφοροποιείται. Υπάρχουν λόγοι που έχουν αναγκάσει τους ανθρώπους να περιορίσουν τα ταξίδια τους ή να τους έχει οδηγήσει σε άλλους τουριστικούς προορισμούς. Σε λίγα χρόνια πιστεύω ότι πάλι τα πράγματα θα αλλάξουν. Άλλοι παράγοντες θα επηρεάσουν με τη σειρά τους τις επιλογές των τουριστών, αναγκάζοντας βέβαια και την ανάλογη προσαρμογή των τουριστικών περιοχών, των προϊόντων και των υπηρεσιών. Κάθε εποχή θεωρώ ότι υπάρχουν διαφορετικοί παράγοντες τόσο για την ανάπτυξη του περιεχομένου της διδακτικής μου ενότητας όσο και για τη συμβολή της στην αναβάθμιση του γενικότερου εκπαιδευτικού προγράμματος.
66. Θ. Σ. Εκτιμάται λοιπόν, ότι σε κάθε χρονική περίοδο η διδακτική ενότητα που αναλαμβάνετε οφείλει να προσαρμόζετε στις ανάγκες της εποχής.
67. Κ. Λ. Ακριβώς! Ο τουρίστας στις αρχές του 2000 επηρεάζεται από τη βιώσιμη ανάπτυξη και το περιβάλλον. Αυτή είναι μια καλή αρχή για να προσαρμόσουμε τις επιχειρήσεις στις απαιτήσεις του φυσικού περιβάλλοντος αλλά και για να επινοήσουμε νέες τρόπους, όπως είναι ο εναλλακτικός τουρισμός.
68. Θ. Σ. Στα ίδια πλαίσια θα ήθελα να σχολιάσετε και τις απαιτούμενες γνώσεις και δεξιότητες που οφείλει να έχουν οι εργαζόμενοι ολοκληρώνοντας το εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
69. Κ. Λ. Υπάρχουν κάποιες γνώσεις και δεξιότητες που θεωρούνται δεδομένες όπως η γνώση μιας τουλάχιστον ξένης γλώσσας. Ωστόσο και στην περίπτωση που κάποιος δεν είναι απόλυτα βέβαιος για τις γνώσεις του στην ξένη γλώσσα, έχει πάντοτε το περιθώριο να τις βελτιώσει. Επίσης η χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών θεωρείται δεδομένη γνώση, καθώς με τη βοήθειά της οι εργαζόμενοι είναι σε θέση να διαφημίσουν τις παροχές μιας επιχείρησης, να παρουσιάσουν τις προσφορές της ή να χρησιμοποιήσουν τη στατιστική για να τακτοποιήσουν τις οικονομικές της υποθέσεις. 70. Θ. Σ. Αυτά θεωρείτε ότι ίσχυαν παλιότερα αλλά πάντα θα είναι το ίδιο χρήσιμα για κάποιον που ασχολείται με τον τουρισμό.
71. Κ. Λ . Ναι, ανάλογα βέβαια με τη θέση που ασχολείται. Συνήθως στο πρόγραμμα κατάρτισης συμμετέχουν οι εργαζόμενοι της υποδοχής κι οι προϊστάμενοι των επιμέρους τμημάτων, όταν πρόκειται για μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες. Σήμερα αυτά θεωρούνται χρήσιμα μεν αλλά δεδομένα. Γι’ αυτό αν κάποιος προσερχόταν σε μια τουριστική επιχείρηση θα ήταν σημαντικό να οργανώνει εκδηλώσεις με σκοπό την ψυχαγωγία των επισκεπτών και την ανάδειξη του πολιτιστικού πλαισίου ενός τόπου. Η υλοποίηση παρόμοιων δράσεων και η παρακίνηση των τουριστών να συμμετέχουν σε αυτές θα μπορούσαν να είναι οι απαραίτητες δεξιότητες για τους εργαζομένους σήμερα.
72. Θ. Σ. Μπορείτε να κάνετε και μια πρόβλεψη για το μέλλον;
73. Κ. Λ. Με δυσκολεύει αυτό δεδομένης της οικονομικής κατάστασης. Θα μπορούσα να σας πω ότι υπάρχουν γνώσεις και δεξιότητες που θα είναι απαραίτητες για το μέλλον. Όπως για παράδειγμα ένα πρόγραμμα καταχώρισης των πελατών ανάλογα με τις προτιμήσεις ή τις απαιτήσεις τους. Ή ακόμα ειδικές υπηρεσίες για συγκεκριμένες ομάδες ατόμων π.χ. τους ηλικιωμένους, άτομα με ειδικές ανάγκες, ανθρώπους που δεν επιθυμούν να βρίσκονται σε περιβάλλον με παιδιά. Για αυτό το τελευταίο έχουν ήδη διαμορφωθεί ειδικές ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις στην Κέρκυρα και την Κρήτη. Συνεπώς όλες αυτές οι αλλαγές απαιτούν από τους εργαζόμενους τις ανάλογες γνώσεις και δεξιότητες.
74. Θ. Σ. Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσαν οι ίδιες οι επιχειρήσεις να προβλέψουν ή να δημιουργήσουν νέες ανάγκες και με βάση αυτές να εκπαιδεύσουν το προσωπικό τους.
75. Κ. Λ. Πολύ σωστά! Με αυτό τον τρόπο οι εκπαιδευόμενοι – εργαζόμενοι είναι σε θέση να δημιουργήσουν μέσα στον εργασιακό χώρο ένα συνεργατικό και φιλικό κλίμα με σκοπό να αναβαθμίσουν τις παρεχόμενες υπηρεσίες.
76. Θ. Σ. Νομίζω ότι είμαστε εντάξει, δεν θα σας κουράσω άλλο! Σας ευχαριστώ πολύ για αυτή την ενδιαφέρουσα κουβέντα! Όπως σας ανέφερα και στο τηλέφωνο ίσως χρειαστεί να μιλήσουμε και πάλι για την επόμενη εργασία μου.
77. Κ. Λ. Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, είμαι στη διάθεσή σας! Καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο και για σας να κάνουμε μια μακροσκελή συζήτηση. Πώς να επεξεργαστείτε όλο αυτό το υλικό! Μη σας απασχολεί λοιπόν!
78. Θ. Σ. Σας ευχαριστώ πολύ και πάλι!
79. Κ. Λ. Να είστε καλά! Καλή συνέχεια και καλά αποτελέσματα!

Κριτική ανάγνωση σύγχρονων φιλοσοφικών θεωρήσεων στο πεδίο της Εκπαίδευσης Ενηλίκων»

Εισαγωγή
Η παρούσα εργασία επικεντρώνεται στις σύγχρονες φιλοσοφικές προσεγγίσεις της Εκπαίδευσης Ενηλίκων κι ειδικότερα στις απόψεις των Freire και Jarvis.
Στην πρώτη ενότητα επιχειρείται η αντιπαραβολή των δύο θεωριών μέσα από την παράθεση στοιχείων ομοιότητας και διαφοράς γύρω από συγκεκριμένους άξονες. Με αυτό τον τρόπο εξετάζονται οι αντιλήψεις των δύο στοχαστών ως προς τη μάθηση, την εμπειρία, την ενηλικιότητα, το ρόλο του κριτικού στοχασμού και τη σχέση της εκπαίδευσης με την κοινωνική δράση.
Στη συνέχεια ο γράφων, με βάση τα δεδομένα που έχουν προκύψει αλλά και τη μελέτη των βιβλιογραφικών πηγών, επιδιώκει ν’ αξιολογήσει τις δύο θεωρίες, αναφερόμενος και στις προσωπικές του εκτιμήσεις. Στο τελευταίο μέρος γίνεται λόγος για τα βιώματα, εκπαιδευτικά και κοινωνικά, που επηρέασαν τις θέσεις του γράφοντος.

Ενότητα 1η Συγκριτική Παράθεση του έργου των Freire και Jarvis
1.1Ομοιότητες και Διαφορές στις απόψεις των Freire και Jarvis
Μελετώντας τις απόψεις των Freire και Jarvis συμπεραίνει κανείς ότι το πεδίο της Εκπαίδευσης Ενηλίκων διαμορφώνεται κι εξελίσσεται συνεχώς ανάλογα με τις απαιτήσεις και τις ανάγκες της κοινωνίας.
Προκειμένου λοιπόν, να περιγραφούν συνοπτικά τα βασικά σημεία των δύο θεωρών, πραγματοποιείται μία συγκριτική ανάγνωση ως προς καθορισμένους άξονες. Αρχικά εξετάζεται η έννοια της μάθησης στις δύο θεωρίες. Οι δύο θεμελιωτές παραδέχονται ότι η μάθηση είναι μία διαδικασία, μακροχρόνια αλλά όχι ουδέτερη. (Κόκκος, 2005α: 85, Λευθεριώτου, 2010: 276).
Στο έργο του Freire η μάθηση θεωρείται μέρος μίας διττής ενιαίας διεργασίας, κατά την οποία ο εκπαιδευτής κι οι εκπαιδευόμενοι με τη βοήθεια του διαλόγου και του κριτικού στοχασμού προσπαθούν να αποκωδικοποιήσουν την πραγματικότητα που τους καταπιέζει (Μάνθου, 2007: 25). Άρα η μάθηση κι η εκπαίδευση έχουν πολιτικό χαρακτήρα
Κατά την αντίληψη του Jarvis η μάθηση συνδέεται με την ανθρώπινη υπόσταση. Αυτό σημαίνει ότι τα άτομα, μέσω συνεχών αλληλεπιδράσεων, συμμετέχουν ενεργά στη συγκρότηση του κοινωνικού γίγνεσθαι. Οι άνθρωποι επηρεάζονται από το περιβάλλον τους και το επηρεάζουν. Για να είναι όμως, σε θέση να συμβάλλουν καθοριστικά σε αυτό το μετασχηματισμό, χρειάζεται να προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες, αυτό επιτυγχάνεται μέσω της μάθησης. Κατά συνέπεια η μαθησιακή διεργασία εξαρτάται από τον τρόπο αλληλεπίδρασης των δύο στοιχείων, του ατόμου και του περιβάλλοντος (Κόκκος, 2005α: 84, Jarvis, 2004: 41).
Αναφορικά με την εμπειρία ο Jarvis σημειώνει ότι η αποσαφήνισή της δεν είναι εύκολη. Οι άνθρωποι έχουν έναν μεγάλο αριθμό προσυνειδητών εμπειριών, οι οποίες όμως, ανασύρονται στη μνήμη, μόνο όταν εκείνοι βιώσουν μία συνειδητή εμπειρία. Τότε τα άτομα συνειδητοποιούν ότι μαθαίνουν (Jarvis, 2010: 32).
Παρατηρώντας τον κύκλο της μάθησης διαπιστώνεται ότι, μέσα από μία σειρά διεργασιών, οι εμπειρίες μετατρέπονται σε γνώσεις, δεξιότητες και στάσεις. Αυτή η διαπίστωση έχει μεγάλη σημασία, καθώς ο Jarvis παραδέχεται ότι η μάθηση εξαρτάται από τον τρόπο που επιλέγουν οι άνθρωποι να ερμηνεύσουν τις εμπειρίες τους (Jarvis, 2004: 50). Επίσης, κάθε μορφή εκπαίδευσης είναι δυνατόν να θεωρείται εμπειρία ανεξάρτητα από το πού και πως προέκυψε (Κόκκος, 2005α: 66). Συνεπώς η θέση της εμπειρίας είναι καθοριστική στη θεωρία του Jarvis.
Ο Freire αξιοποιεί κάπως διαφορετικά την έννοια της εμπειρίας. Κατά την θεωρία της Κοινωνικής Αλλαγής το άτομο είναι σε θέση ν’ αλλάξει τον κόσμο, να μετασχηματίσει γεγονότα και συνθήκες που δεν το ικανοποιούν. Αυτή η διαδικασία αρχίζει να οργανώνεται, όταν το άτομο αντιλαμβάνεται ότι η σχέση του με την κοινωνία είναι δυσαρμονική. Όλες οι κωδικοποιημένες υπαρξιακές καταστάσεις που βιώνει το άτομο είναι αποτέλεσμα της επικοινωνίας του με το περιβάλλον, είναι η ίδια η εμπειρία του (Freire, 1977: 42). Ωστόσο στο έργο του Freire δε συναντά κανείς σαφείς αναφορές στην εμπειρία καθώς η διαδικασία της μάθησης προσανατολίζεται στην πολιτική και κοινωνική δράση (Κόκκος, 2005α: 64).
Η θέση του κριτικού στοχασμού στις δύο θεωρίες φαίνεται ότι παρουσιάζει στοιχεία σύγκλισης. Σύμφωνα με τον Freire ο κριτικός στοχασμός είναι απαραίτητος για τη μετάβαση στο επόμενο στάδιο, την κριτική συνειδητοποίηση. Τα άτομα, βασιζόμενα πάντα σε λογικά επιχειρήματα, αμφισβητούν, αναθεωρούν και μετασχηματίζουν τις αντιλήψεις τους για τον κόσμο. Αυτός είναι ο σκοπός της Κοινωνικής Αλλαγής (Μάνθου, 2007: 24). Ωστόσο ο κριτικός στοχασμός του Freire αποτελεί μέρος μίας θεωρίας που προσανατολίζεται στα πραγματικά προβλήματα μίας κοινότητας (Καλογρίδη, 2005: 189).
Στην προσέγγιση του Jarvis ο κριτικός στοχασμός έχει κεντρική σημασία διότι σε αυτόν στηρίζεται η διαδικασία της μάθησης. Συγκεκριμένα η μάθηση πραγματώνεται, όταν τα άτομα συνειδητοποιήσουν ότι τελούν υπό άγνοια. Ουσιαστικά ο κριτικός στοχασμός λειτουργεί ως μία διαδικασία αποτίμησης του τρόπου που οι άνθρωποι σκέπτονται, δρουν κι αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Η ενεργοποίησή του αρχίζει να συμβαίνει, μόλις τα άτομα αντιληφθούν ότι, κάποιες από τις αντιλήψεις τους ή η γενικότερη κοσμοθεωρία τους, παρουσιάζει δυσαρμονία με το περιβάλλον. Σε αυτή την περίπτωση ο ρόλος του κριτικού στοχασμού είναι να βοηθήσει τους ανθρώπους ώστε να κατανοήσουν τις διαδικασίες γύρω τους και να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες (Παναγιωτόπουλος & Παναγιωτοπούλου, 2005: 123).
Το θέμα της ενηλικιότητας στις δύο θεωρίες συνδέεται με την ικανότητα των ατόμων να αυτοκαθορίζονται. Αν και σε γενικές γραμμές η διάθεση του αυτοκαθορισμού δεν αποτελεί στοιχείο των ηλικιακά ενήλικων ατόμων, οι δύο στοχαστές παραδέχονται την ενηλικιότητα ως χαρακτηριστικό των εκπαιδευόμενων (Ζαρίφης, 2007: 162). Ο Freire τη συσχετίζει με τη δράση του ατόμου ως ανεξάρτητη οντότητα. Ειδικότερα το άτομο θεωρείται ενήλικο, όταν ανεξάρτητο από άλλους, συμμετέχει σε μία μαθησιακή διεργασία με σκοπό το μετασχηματισμός της πραγματικότητας (Jarvis, 2004: 214 – 215).
Από την άλλη πλευρά, ο Jarvis συνδέει την ενηλικιότητα με την ανάληψη ευθυνών και κοινωνικών ρόλων, διότι μόνο τότε το άτομο είναι σε θέση να διαπιστώσει τυχόν δυσαρμονίες με το περιβάλλον του (Jarvis, 2004: 156 – 157). Επίσης, χρειάζεται να σημειωθεί ότι η θεωρία του Jarvis, ως ανθρωπιστική προσέγγιση, ενισχύει άλλα χαρακτηριστικά της ενηλικιότητας, όπως η εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο των εκπαιδευόμενων ή η δυνατότητά τους ν’ αποφασίζουν (Μουλαδούδης, 2005: 210). Ωστόσο τα παραπάνω δεν παρατηρούνται στον ίδιο βαθμό στην θεωρία της Κοινωνικής Αλλαγής, όπου η μάθηση εξαρτάται σημαντικά από το ρόλο του εκπαιδευτή.
Αναφορικά με τη συσχέτιση της κοινωνικής δράσης με την Εκπαίδευση Ενηλίκων παρατηρείται σημαντική διαφοροποίηση. Ο Freire κάνει λόγο για την απελευθερωτική εκπαίδευση, η οποία αφυπνίζει τις προσωπικές συνειδήσεις αλλά κυρίως μέσα από τη συνειδητοποίηση οδηγεί στην κοινωνική δράση (Elias & Merriam, 2005: 166). Αντιθέτως, στην προσέγγιση του Jarvis δεν γίνεται λόγος για την κοινωνική αποστολή της εκπαίδευσης, αλλά για τη δύναμή της να δημιουργήσει αυτοδύναμους και χειραφετημένους ανθρώπους. Κάθε άτομο μέσα από μία σχέση στενής αλληλεπίδρασης με τον εκπαιδευτή, μαθαίνει να χειρίζεται τις προβληματικές καταστάσεις και τις δυσαρμονίες που συναντά στη ζωή του (Κόκκος, 2011: 22, Κόκκος, 2005α).
Αυτή η διαφορετικότητα στη συσχέτιση εκπαίδευσης και κοινωνικής δράσης επιδρά στον προσδιορισμό της σχέσης που αναπτύσσεται ανάμεσα στον εκπαιδευτή και τον εκπαιδευόμενο. Έτσι ο Freire παρουσιάζει τον προβληματίζοντα παιδαγωγό, ο οποίος, μέσα από την προσωπική του δράση στην κοινωνία, υποστηρίζει τον απελευθερωτικό αγώνα των ανθρώπων (Λευθεριώτου, 2010: 276 – 277). Από την άλλη ο Jarvis αναφέρεται στον εκπαιδευτή που ενισχύει τη μαθησιακή διεργασία με νέες ευκαιρίες και θέτει ως επίκεντρο της εκπαίδευσης τον ίδιο τον εκπαιδευόμενο και τις ανάγκες του (Λευθεριώτου, 2010: 280 – 281).

1.2 Μία απόπειρα κριτικής στο έργο των Freire και Jarvis
Με γνώμονα την παραπάνω ανάλυση διαπιστώνεται, αναφορικά με το έργο του Freire, ότι η συσχέτιση της εκπαίδευσης με την κοινωνική αλλαγή δεν βρίσκει ανταπόκριση στο σχεδιασμό προγραμμάτων για την Εκπαίδευση Ενηλίκων. Οι αντιλήψεις του αφορούν, κατά κύριο λόγο, άτομα ή κοινωνικές ομάδες που ζουν καταπιεσμένες υπό την πολιτική εξουσία κι επιζητούν την απελευθέρωσή τους. Έτσι λοιπόν, αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Freire προσδίδει στην εκπαίδευση πολιτικό χαρακτήρα.
Επιπρόσθετα, η θεωρία του είναι προσαρμοσμένη στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες υπανάπτυκτων χωρών, όπου συμβαίνουν έντονες κοινωνικές ανισότητες και φαινόμενα πολιτικής βίας. Παρόλα αυτά οι αιτίες της καταπίεσης σε αυτές τις χώρες είναι ευδιάκριτες. Πιο συγκεκριμένα, ο Κόκκος (2005β: 60) σημειώνει ότι τόσο η προσέγγιση όσο κι οι εκπαιδευτικές πρακτικές του στοχαστή δεν φαίνεται να είναι λειτουργικές σε ένα πλαίσιο που αφορά το δυτικό κοινωνικό σύστημα. Εξετάζοντας προσεκτικότερα όμως, παρατηρεί κανείς ότι και στις δυτικές κοινωνίες υπάρχει σημαντικό ποσοστό ατόμων που υφίσταται τις συνέπειες της περιθωριοποίησης. Ωστόσο οι κοινωνικοπολιτικές τους συνθήκες είναι ιδιαίτερα περίπλοκες και καθιστούν ανέφικτη την εφαρμογή της Κοινωνικής Αλλαγής (Κόκκος, 2010: 76).
Μελετώντας την προσέγγιση του Jarvis, διαπιστώνεται ότι το έργο του Freire αποτέλεσε σημαντικό θεωρητικό υπόβαθρο για τους κατοπινούς στοχαστές της Εκπαίδευσης Ενηλίκων.
Παρόλα αυτά οι απόψεις του Jarvis για τη μάθηση αλλά και το ρόλο της εμπειρίας σε αυτήν, προσδίδουν στη μαθησιακή διαδικασία υπαρξιακές και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Αυτή η νέα προοπτική είναι πιθανό να εμποδίζει το φαινόμενο της μάθησης, καθώς ο εκπαιδευόμενος δεν είναι πάντοτε σε θέση ν’ αντιμετωπίσει τα βιώματά του. Ειδικότερα, το άτομο δυσκολεύεται, όταν χρειάζεται ν’ αναθεωρήσει και να μετασχηματίσει το πλαίσιο αναφοράς του ως προς τον κόσμο ή τον εαυτό του. Η απόδοση του νοήματος σε κάθε εμπειρία δεν είναι εύκολη για όλους τους εκπαιδευόμενους, αλλά εξαρτάται από την ετοιμότητα του ατόμου να εμπλακεί στη μαθησιακή διαδικασία. Διαπιστώνεται λοιπόν, ότι η έννοια του αυτοκαθορισμού, που σε προηγούμενη ενότητα ορίστηκε ως χαρακτηριστικό των ενήλικων εκπαιδευόμενων, μπορεί ν’ αποτελεί εμπόδιο για τη συμμετοχή του ατόμου στη μάθηση.

1.3 Επιρροές από την προσωπική βιογραφία
Εξετάζοντας τις φιλοσοφικές θεωρίες της Εκπαίδευσης Ενηλίκων, ανέτρεξα στα προσωπικά μου βιώματα κι αναζήτησα στη μνήμη μου τυχόν συσχετίσεις με όσα είχα μελετήσει.
Έχοντας μεγαλώσει σε επαρχιακή πόλη οι επαφές μου με το διαφορετικό ήταν αρκετά περιορισμένες. Πέρα από τους τουρίστες που συνέρρεαν τα καλοκαίρια, οι οποίοι ήταν κυρίως λευκοί, δεν είχα συναντήσει κάποιον ξένο. Η άποψή μου, ειδικότερα για τους νέγρους, ήταν επηρεασμένη από τις ιστορίες των μεγαλύτερων. Έτσι πάντοτε είχα μέσα στο μυαλό μου την εικόνα ενός πλάσματος με υπερβολικές διαστάσεις, το οποίο δεν είναι σε θέση να μιλήσει, έχει ζωώδη ένστικτα και χαμηλή νοημοσύνη. Πολύ αργότερα στη ζωή μου συνειδητοποίησα ότι ήμουν έρμαιο ανούσιων προκαταλήψεων.
Όταν για πρώτη φορά ταξίδεψα, ως φοιτητής πια, στο εξωτερικό συνάντησα στο αεροδρόμιο ένα ζευγάρι νέγρων. Τους παρατηρούσα να έρχονται προς το μέρος μου κι ενώ γνώριζα ότι δεν είχαν πρόθεση να μου κάνουν κακό, ένιωσα ν’ απειλούμαι. Τώρα βέβαια που το σκέφτομαι διαπιστώνω ότι φέρθηκα αλλόκοτα. Ακόμη θυμάμαι πόση εντύπωση μου έκανε η γυναίκα, η οποία μου απευθύνθηκε σε άπταιστα ελληνικά και μου δήλωσε ότι εκείνη κι ο σύζυγός της επισκέπτονται συχνά την Ελλάδα γιατί είναι γοητευμένοι από τον πολιτισμό μας.
Όσο τους περιεργαζόμουν τόσο πιο πολύ ανακάλυπτα το ψέμα που ζούσα όλα αυτά τα χρόνια. Δεν υπήρχε τίποτα διαφορετικό ανάμεσα σ’ εκείνους και σε μένα, οι αντιδράσεις, οι ανάγκες ίσως ακόμη και τα όνειρά μας θα μπορούσαν να μοιάζουν. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα σαν να έφυγε από πάνω μου ένα πέπλο που με βάραινε τόσα χρόνια και δεν μπορούσα να δω την αλήθεια με τα δικά μου μάτια. Από τη μία εξαιτίας του μικρού της ηλικίας μου κι από την άλλη εξαιτίας της κλειστής επαρχιακής κοινωνίας, χρησιμοποιούσα τη γνώμη και το φόβο των άλλων για να σχηματίσω την προσωπική μου θεωρία.
Δεν μπορώ να πω με σαφήνεια ότι μέσα από τη συγκεκριμένη εμπειρία ολοκλήρωσα έναν κύκλο μάθησης, όπως τον περιγράφει ο Jarvis με όλα του τα στάδια. Εκείνο που αξίζει όμως, να σημειωθεί είναι ότι κατόρθωσα ν’ αναθεωρήσω τις μέχρι τότε λανθασμένες αντιλήψεις μου.

Συμπεράσματα
Ολοκληρώνοντας την παρούσα εργασία αντιλαμβάνεται κανείς ότι η συγκριτική ανάγνωση των θεωριών της Εκπαίδευσης Ενηλίκων δεν μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες μίας εποχής. Επίσης, καμία από τις φιλοσοφικές προσεγγίσεις δεν είναι δυνατό να εφαρμοστεί αμιγώς σε κάθε περίπτωση εκπαιδευόμενης ομάδας. Ο εκπαιδευτής χρειάζεται να γνωρίζει το θεωρητικό πλαίσιο αλλά να λειτουργεί συνδυαστικά, προσαρμόζοντας τις δυνατότητες κάθε προσέγγισης στις ανάγκες των εκπαιδευομένων. Επιπρόσθετα τα εκπαιδευτικά και κοινωνικά βιώματα συμβάλλουν ως καθοριστική παράμετρος στην αμφισβήτηση και το μετασχηματισμό των παγιωμένων αντιλήψεων.













Βιβλιογραφία
Elias, L. J. & Sh. B. Merriam (2005), Philosophical foundations of adult education,
Florida: Krieger Publishing Company.
Freire, P., (1977), Η αγωγή του καταπιεζόμενου, Αθήνα: Ράππας
Jarvis, P. (2004), Συνεχιζόμενη εκπαίδευση και κατάρτιση: θεωρία και πράξη, μτφρ. Μανιάτη, Α., Αθήνα: Μεταίχμιο.
Jarvis, P. (2005), «Paulo Freire» στο Jarvis P. (επιμ.), Οι θεμελιωτές της εκπαίδευσης ενηλίκων, Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 355 – 376.
Jarvis, P. (2010), Λόγος του κατά την αναγόρευσή του ως επίτιμου διδάκτορος του ΕΑΠ, Πάτρα: ΕΑΠ.
Καλογρίδη, Σ. (2005), «Καλές πρακτικές για την εκπαίδευση στην πολιτειότητα» Στο: Πρακτικά Εισηγήσεων στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης Ενηλίκων Δεκέμβριος 16 – 18 2005, Αθήνα: Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών Δημόκριτος, σ. 185 – 198.
Κόκκος, Α. (2005α), Μεθοδολογία Εκπαίδευσης Ενηλίκων: Θεωρητικό Πλαίσιο και Προϋποθέσεις Μάθησης, τ. Α΄, Πάτρα: ΕΑΠ.
Κόκκος, Α. (2005β), Εκπαίδευση Ενηλίκων: Ανιχνεύοντας το πεδίο, Αθήνα: Μεταίχμιο.
Κόκκος, Α. (2010), «Κριτικός Στοχασμός: ένα κρίσιμο ζήτημα» Στο: Κόκκος Α. και Βεργίδης Δ. (επιμ.) Εκπαίδευση Ενηλίκων: Διεθνείς προσεγγίσεις και ελληνικές διαδρομές, Αθήνα: Μεταίχμιο, σ. 65 – 93.
Κόκκος, Α. (2011), Σύγχρονες Προσεγγίσεις της Εκπαίδευσης Ενηλίκων, ΕΑΠ: Πάτρα.
Λευθεριώτου, Π. (2010), «Ο ρόλος και η εκπαίδευση των εκπαιδευτών ενηλίκων στην Ελλάδα: ιστορική αναδρομή και σύγχρονη πραγματικότητα», Στο: Κόκκος Α. και Βεργίδης Δ. (επιμ.) Εκπαίδευση Ενηλίκων: Διεθνείς προσεγγίσεις και ελληνικές διαδρομές, Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 271 – 305.
Μάνθου, Χ. (2007), «Το παιδαγωγικό πρόγραμμα του Freire», Εκπαίδευση Ενηλίκων, τ. 10, σ. 22 – 26.
Μουλαδούδης, Γ. (2005), «Είναι του εκπαιδευτή ενηλίκων versus τεχνικές παραγωγής, ανάπτυξης κι αναπαραγωγής των κοινωνικών δεξιοτήτων», Στο: Πρακτικά Εισηγήσεων στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης Ενηλίκων Δεκέμβριος 16 – 18 2005, Αθήνα: Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών Δημόκριτος, σ. 209 – 217.
Παναγιωτόπουλος, Γ. & Παναγιωτοπούλου Π. (2005), «Κοινωνικές δεξιότητες: Η σχέση τους με την αγορά εργασίας» Στο: Πρακτικά Εισηγήσεων στο 2ο Διεθνές Συνέδριο Επιστημονικής Ένωσης Εκπαίδευσης Ενηλίκων Δεκέμβριος 16 – 18 2005, Αθήνα: Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών Δημόκριτος, σ. 113 – 124.
Ζαρίφης Γ. (2007), Ο ρόλος του κριτικού στοχασμού στη μάθηση και Εκπαίδευση Ενηλίκων, Θεσσαλονίκη: Πανεπιστημιακές Σημειώσεις ΑΠΘ.